δαίμων

δαίμων, ονος, voc.
A

δαίμων S.OC1480

(lyr.),

δαῖμον Theoc.2.11

, , , god, goddess, of individual gods or goddesses, Il.1.222, 3.420, etc.;

δαίμονι ἶσος 5.438

; ἐμίσγετο δαίμονι δαίμων, of Φιλίη and Νεῖκος, Emp. 59.1 :—but more freq. of the Divine power (while θεός denotes a God in person), the Deity, cf. Od.3.27; πρὸς δαίμονα against the Divine power, Il.17.98; σὺν δαίμονι by its grace, 11.792; κατὰ δαίμονα, almost, = τύχῃ, by chance, Hdt.1.111;

τύχᾳ δαίμονος Pi.O.8.67

; ἄμαχος δ., i. e. Destiny, B.15.23: in pl., ὅτι δαίμονες θέλωσιν, what the Gods ordain, Id.16.117;

ταῦτα δ' ἐν τῷ δ. S. OC1443

;

ἡ τύχη καὶ ὁ δ. Lys. 13.63

, cf.Aeschin.3.111;

κατὰ δαίμονα καὶ συντυχίαν Ar.Av.544

.
2 the power controlling the destiny of individuals: hence, one's lot or forlune,

δτυγερὸς δέ οἱ ἔχραε δ. Od.5.396

, cf. 10.64;

δαίμονος αἶσα κακή 11.61

; δαίμονα δώσω I will deal thee fate, i.e. kill thee, I1.8.166; freq. in Trag. of good or ill fortune,

ὅταν ὁ δ. εὐροῇ A.Pers.601

;

δ. ἀσινής Id.Ag.1342

(lyr.);

κοινός Id.Th.812

;

γενναῖος πλὴν τοῦ δαίμονος S.OC76

;

δαίμονος σκληρότης Antipho 3.3.4

;

τὸν οἴακα στρέφει δ. ἑκάστψ Anaxandr.4.6

; personified as the good or evil genius of a family or person,

δ. τῷπλεισθενιδῶν A.Ag.1569

, cf. S.OT1194 (lyr.);

ὁ ἑκάστου δ. Pl.Phd.107d

, cf. PMag.Lond.121.505, Iamb.Myst.9.1;

ὁ δ. ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν λελογχώς Lys.2.78

;

ἅπαντι δ. ἀνδρι συμπαρίσταται εὐθὺς γενομένῳ μυσταγωγὸς τοῦ βίου Men.16.2

D.;

δ. ἀλάστορες Id.8D.

;

ὁ μέγας [τοῦ Καίσαρος] δ. Plu.Caes.69

; ὁ σὸς δ. κακός ibid.;

ὁ βασιλέως δ. Id.Art.15

;

ἦθος ἀνθρώπῳ δ. Heraclit.119

;

Ξενοκράτης φησὶ τὴν ψυχὴν ἑκάστου εἶναι δ. Arist.Top.112a37

.
II δαίμονες, οἱ, souls of men of the golden age, acting as tutelary deities, Hes.Op. 122, Thgn.1348, Phoc.15, Emp.115.5, etc.;

θεῶν, δ., ἡρώων, τῶν ἐν Ἅιδου Pl.R.392a

: less freq. in sg.,

δαίμονι δ' οἷος ἔησθα τὸ ἐργάζεσθαι ἄμεινον Hes.Op.314

; τὸν τὲ δ. Δαρεῖον ἀγκαλεῖσθε, of the deified Darius, A.Pers.620; νῦν δ' ἐστὶ μάκαιρα δ., of Alcestis, E.Alc.1003 (lyr.), cf.IG12(5).305.5 ([place name] Paros): later, of departed souls, Luc.Luct.24; δαίμοσιν εὐσεβέσιν, = Dis Manibus, IG14.1683; so θεοὶ δ., ib.938, al.: also, ghost, Paus.6.6.8.
2 generally, spiritual or semi-divine being inferior to the Gods, Plu.2.415a, al., Sallust.12, Dam.Pr.183, etc.; esp. evil spirit, demon, Ev.Matt.8.31, J.AJ8.2.5;

φαῦλοι δ. Alex.Aphr.Pr.2.46

; δαίμονος ἔσοδος εἰς τὸν ἄνθρωπον, Aret.SD1.4;

πρᾶξις ἐκβάλλουσα δαίμονας PMag.Par.1227

.
3 ἀγαθὸς δ. the Good Genius to whom a toast was drunk after dinner, Ar.V.525, Nicostr.Com.20, D.S.4.3, Plu.2.655e, Philonid. ap. Ath.15.675b, Paus.9.39.5, IG12(3).436 ([place name] Thera), etc.; of Nero,

ἀ. δ. τῆς οἰκουμένης OGI666.3

; of the Nile, ἀ. δ. ποταμός ib.672.7 (i A.D.); of the tutelary genius of individuals (supr. 1),

ἀ. δ. Ποσειδωνίου SIG1044.9

(Halic.): pl., δαίμονες ἀ., = Lat. Di Manes, SIG1246 ([place name] Mylasa): Astrol., ἀγαθός, κακός δ., names of celestial κλῆροι, Paul.Al.N.4, O.1, etc. (Less correctly written Ἀγαθοδαίμων, q.v.).
B = δαήμων, knowing, δ. μάχης skilled in fight, Archil.3.4. (Pl. Cra.398b, suggests this as the orig. sense; while others would write δαήμονες in Archil., and get rid of this sense altogether; cf. however αἵμων. More probably the Root of δαίμων (deity) is δαίω to distribute destinies;; cf. Alcm.48.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαίμων — god masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίμων — ο βλ. δαίμονας …   Dictionary of Greek

  • δαίμων ή δαίμονας — Στην αρχαία ελληνική γλώσσα σήμαινε θεός θεά και γενικά κάθε εξωανθρώπινη ύπαρξη στην οποία αποδιδόταν μία δύναμη που επιδρούσε σε ορισμένες περιστάσεις και σε ορισμένα μέρη. Έτσι, απέδιδαν σε έναν δ. την εμφάνιση μιας δυστυχίας ή μια επιτυχημένη …   Dictionary of Greek

  • Демон — (δαίμων) βообще означает (в классич. литер.) деятеля, обладающего сверхчеловеческой силой, принадлежащего к невидимому миру и имеющего влияние на жизнь и судьбу людей; между δαίμων θ θεός οриблизительно такое же отношение, как между лат. numen и… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • δαιμόνεσσι — δαίμων god masc/fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμόνοιν — δαίμων god masc/fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιμόνων — δαίμων god masc/fem gen pl δαιμονάω to be under the power of a imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) δαιμονάω to be under the power of a imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαῖμον — δαίμων god masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίμονα — δαίμων god masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίμονας — δαίμων god masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίμονε — δαίμων god masc/fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.